Αθήνα   30°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Ιούλιος 2008
Δευ, 28 Ιούλ 2008 11:42 πμ

Ψάχνοντας το μονοπάτι των χρωμάτων...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
(κείμενο που μου εμπιστεύθηκε η Ειρήνη 17  ετών)

Εκείνη... Μια κοπέλα από τόσο κόσμο τριγυρισμένη, μα με τόση μοναξιά να την παιδεύει... Το πέταγμα της λευτεριάς και το διαφορετικό η ζωή της όλη... Μα όλα τούτα πνίγονταν κάτω από τα τόσα και τόσα «πρέπει» που όλους μας βαραίνουν...

            Όνειρα κι εφιάλτες τη βασάνιζαν... Τα όνειρα μιάς παραμυθένιας ζωής προσδοκίες τη γέμιζαν, και μ' ένα άλλο  συναίσθημα, σαν κι εκείνο που τα «θέλω» τ' απραγματοποίητα πίσω τους αφήνουν... Κι οι εφιάλτες, θαρρείς πως τόνιζαν και υπογράμμιζαν την τωρινή της κατάσταση, θαρρείς πως περιπαικτικά της μιλούσαν για τα φτερά της που, ακίνητα κι αδρανή παρέμεναν...

            Μιαν ημέρα λοιπόν, από κείνες, τις σημαδιακές, εκείνη, σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να διαφύγει, βρέθηκε πλάι στη θάλασσα... Περπάτησε για ώρα πολλή πάνω στη βραχώδη ακρογιαλιά, δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλά της κι η αλμύρα τα μαλλιά της μαστίγωνε...

            Ένα μικρό, βιολετί λουλούδι η μόνη της συντροφιά - μα πόσο όμως την είχε ανάγκη... Στο πλάι του κάθισε και να του μιλά ξεκίνησε. Και τα λόγια της, σαν να χαράχτηκαν στην άγρια των βράχων επιφάνεια...

« Δε θα 'θελα να ζήσω ποτέ μου σ'ένα σκοτεινό, κρύο και κρυφό μέρος όπου μόνο τα πνεύματα μπορούν...

Θέλω τα φτερά μου επιτέλους ν' ανοίξω στης ζωής το μπάτη, την καρδιά μου λεύτερη ν' αφήσω να χορέψει, στο ρυθμό που εκείνη ποθεί...

Σαν το ηλιόλουστο Αιγαίο να είναι η ζωή μου φωτεινή, και πολύτιμη, και γιομάτη σαν τις διαμαντένιες του καλοκαιριού τις νυχτιές...

Θέλω ορμητικά να πετάξω πάνω από αφρισμένους ωκεανούς, από χρυσαφένιες ερήμους, από τροπικά και μουχλιασμένα δάση κι από ιδρωμένους κι ευτυχισμένους ανθρώπους...

Στ' αλήθεια, θέλω πολλούς ανθρώπους να γνωρίσω, λέξεις μαζί τους κι απόψεις ν' ανταλλάξω και πλούσια απ' την ανταλλαγή αυτή να γίνω...

Για μάθηση διψώ - η λαχτάρα μου αυτή για πάντα ζωντανή να μείνει, κι η φλόγα του πάθους που η νεότητά μου παραχωρεί, με την πρώτη σταγόνα απογοήτευσης να μη σβήσει...

Θέλω ένα δρόμο μ' εμπόδια, γιατί κάθε εμπόδιο για καλό, αλλά αφού τα ξεπεράσω, ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα, το πέρασμά μου να περιμένει, στην ευτυχία και σε μια ζωή ιδανική να μ' οδηγήσει...

Κι έπειτα, κι άλλες καρδιές ανθρώπων ποθώ ν' ανταμώσω, ανθρώπων που τη δυστυχία τραγουδώντας αντιμετωπίζουν, που δίχως παράπονα και άγχος την κάθε τους μέρα ζουν...

Μια ζωή αποζητώ λουλούδι μου, μια ζωή μαγική, όλο Χριστούγεννα και τούρτες και δώρα, μια ζωή όλο άρωμα γιασεμιού και βουκαμβίλιας και γαρδένιας, μια ζωή όλο μακροβούτια τα μεσάνυχτα και βουτιές από βράχους ψηλούς, όλο φιλιά με γεύση θαλασσινή, όλο ματιές τρυφερές και εξομολογήσεις αληθινές... Μια ζωή όλο χαμόγελα παιδικά...

Θέλω να ταξιδέψω, κάθε μου εμπειρία και πετρούλα, κι άμα παραφορτώνω, στ' απάνεμο λιμάνι μου να επιστρέφω και πάλι, ξανά, έτοιμη του ορίζοντα τη γραμμή ν' αγγίξω, εκεί όπου τα όνειρά μας ακροβατούν, έτοιμη στον ασημένιο δρόμο να κολυμπήσω που το φεγγάρι στη θάλασσα χαράζει...

Μια ζωή επιθυμώ συναρπαστική, περιπετειώδη κι απρόσμενη... Μια ζωή μαργαριταρένια...

Ζητώ πολλά λουλούδι?

Μιαν εποχή ζητώ, που τα φίδια πεταλούδες θα γενούν, και τα συμφέροντα κλωστές σκέτες, στου ανέμου τη δίνη...

Μια ζωή όμοια με γαϊτανάκι: όλο γέλια, χρώματα, κίνηση και ξέφρενο χορό... Μια ζωή εποικοδομητική, σαν μπαλόνι κόκκινο, που ψηλά πετά, δίχως πάνω σ' άλλους να πατά...

Μέσα σ' ένα κόσμο που, άνθρωπος θα σημαίνει ανθρωπιά, που η νύχτα όνειρα γλυκά θα φέρνει κι όχι εφιάλτες...

Που οι άνθρωποι πρώτα θα μάθουν ν' ακούν και ν' αφουγκράζονται, κι έπειτα να πράττουν και να μιλούν... Που το σπίτι θα' ναι μια ζεστή φωλιά, κι όχι πηγή τοξικότητας κι αιτία παιδικών τραυμάτων...

Ένα κόσμο θέλω, που η αγάπη κι η ειρήνη σαν τον αέρα θα' ναι, παντού θα υπάρχουν... Κάπου που η κακία και η μοχθηρία θα ριχτούν στα πιο μακρινά φαράγγια και θα σκεπαστούν με βουνά, βουνά και λόφους γεμάτα μαργαρίτες και βοσκούς...

Θέλω μια ζωή που ο θάνατος δε θα' ναι πια απειλή, αλλά μιαν άλλη διαδρομή προς εξερεύνηση, που η παιδική μας ηλικία θύμησης θα γίνει από αγκαλιές και καραμέλες...

Θέλω ένα κόσμο που το χρήμα δε θα κανονίζει τα πάντα, αλλά τίποτα. Που κείνο που θα' χει αξία, θα' ναι η σκέψη, το τραγούδι των αηδονιών, το νανούρισμα της παράδοσης, και το κελάρυσμα των ρυακιών.

Που ζωή θα πει αγάπη και αγάπη θα πει ζωή. Που αγάπη δίχως ζωή θα υπάρχει, μα όχι ζωή δίχως αγάπη...

Που μολύβια κόσμους μαγικούς θα πλάθουν, μικρό μου λουλουδάκι...

Και όταν πια η φαντασία θα πάψει να κατακρίνεται, κι όλοι οι υλιστές από ιδεαλιστές και παραμυθάδες και ζωγράφους αντικατασταθούν, τότε θα' ναι που ο κόσμος μας σ' ένα χιονισμένο σούρουπο θα μεταμορφωθεί ή σ' ένα ρόδινο ξημέρωμα στην ακρογιαλιά...

Όνειρά μου γλυκά... κι απατηλά λουλούδι μου? ...»

 

Ο Άνεμος όμως δε φάνηκε σαν το λουλούδι άξιος κι έμπιστος ακροατής. Παρέσυρε τις μυστικές εκείνες σκέψεις της, και μες τη δίνη του τα λόγια της μετέφερε σ' όλα του καιρού μας τα «πρέπει». Κι οργισμένα εκείνα, παντού την αναζητούσαν, αποφασισμένα καθώς ήταν το νου της ν' αλλάξουν...

            Εκείνη όμως, τίποτα από αυτά δεν γνώριζε, ποτέ δεν πίστεψε πως ο αγέρας τέτοιο κακό θα μπορούσε να της κάνει... Κι ήρεμη αποκοιμήθηκε πλάι στο αγαπημένο της βιολετί λουλουδάκι...

            «Καθόταν σε μια ονειρική κοίτη ενός ποταμού με διάφανα νερά. Τα λευκά ταξιδιάρικα σύννεφα αγνάντευε και χίλιες μορφές με τη φαντασία της σ' αυτά εντόπιζε... Φανταζόταν ηλιοβασιλέματα και ρομαντικές βαρκάδες κάτω από το σεληνόφως... Κι η ευτυχία που, τόσο μέσα απ' τα μύχια της καρδιάς της λαχταρούσε, τόσο, μα τόσο κοντινή φάνταζε...»

            Το όνειρό της απότομα κόπηκε-άξαφνα ξύπνησε. Τα βράχια-το καταφύγιό της είχε πλημμυρίσει άγριος χείμαρρος... Τα «πρέπει» τελικά την ανακάλυψαν. Και με κάθε τρόπο πάσχιζαν να την τρομάξουν... Εκείνη όμως για άλλο φοβόταν. Αμέσως σκέφτηκε το μικρό της σύντροφο που, αβοήθητο ανθάκι καθώς ήταν, πως θα μπορούσε να γλιτώσει απ' την ορμή του εξαγριωμένου καταρράχτη? Θέρισε με το βλέμμα της το μέρος που, λίγες στιγμές πρωτύτερα τις σκέψεις και τα όνειρά της είχε εκφράσει... Τα λεγόμενά της, δέσποζαν, χαραγμένα καθώς ήταν στα βράχια. Μα μια ματιά πιο κάτω... το λουλούδι της είχε ξαπλώσει, πονεμένο...

«Γιατί?» ρώτησε τα «πρέπει». «Γιατί σκοτώνετε, γιατί πληγώνετε ό,τι όμορφο γύρω μας υπάρχει, ό,τι όμορφο γύρω μας έχει απομείνει?»

«Είμαι άνθρωπος, πονώ. Είναι κάτι ζωντανό, νιώθει! Και τώρα υποφέρει, δείτε, ετοιμοθάνατο κείτεται!»

«Είμαι άνθρωπος-λεύτερα θέλω να ζήσω. Πως αλλιώς? Με σας, τα «πρέπει» του καιρού μας δε συμβιβάζομαι, άβουλη να γίνω δεν πρόκειται. Πάντα θα μιλώ, πάντα θα σκέφτομαι και πάντα θα ονειρεύομαι... Αυτό να το εμποδίσετε δεν μπορείτε. Και πάντα την περιπέτεια θ' αναζητώ...»

«Χτυπάτε της Γης τους αθώους. Το λουλούδι αυτό πριν από σας υπήρχε, κανείς δεν ξέρει πόσα έχει εκείνο δει και πόσα έχει ακούσει από αρχαίων στόματα...

Εσείς, τους Ανέμους έχετε μαντατοφόρους - αναγκαστικά... Γιατί? Άκαρδα όργανα στο άδικό σας έργο, γιατί?»

 «Γιατί την ομορφιά εξαφανίζετε, γιατί τον κόσμο μου γκρίζα και παγωμένα χρώματα γεμίζετε? Γιατί των ονείρων μου τις πεταλούδες αιχμαλωτίζετε?»

«Λουλούδι μου, ομορφιά και δίκαιο ζητάς, το ξέρω... Μαζί μου έλα-μια ροζ βάρκα με φτερά το μόνο μου απόκτημα...»

«Μαζί μου έλα, και το ουράνιο τόξο θα κατακτήσουμε..»

            Με το βιολετί της λουλούδι λοιπόν, και με στόχο και όνειρο φλογάτο να του ξαναδώσει ζωή, μες το μικρό της βαρκάκι μπήκαν και σαλπάρισαν.. Ξεκίνησαν από τη Χώρα του Ποτέ Ποτέ, την άκρη του κόσμου θέλησε ν' αγγίξει, ζεστά χαμόγελα ν' ανακαλύψει. Βουνά κι ακτές και ποτάμια να γνωρίσει, τ' αυτιά της έκλεινε στα λόγια τα υποτιμητικά των «πρέπει»...

Ο Ήλιος το μάτι της έκλεισε, το Φεγγάρι το μονοπάτι το θαλασσινό για χάρη της το χάραξε...

            Η αίσθηση του ταξιδιού... Το βαρκάκι το πέλαγο διέσχιζε, θαρρείς πως πετούσε... Σα νεράιδες να είχε για οδηγούς. Αίσθηση ταξιδιού και - επιτέλους- λευτεριάς, από ένα κόσμο υποχθόνιας σκλαβιάς...

Θαλασσοπούλια ελπίδα τη γέμιζαν, δελφίνια η συντροφιά της και το τραγούδι τους παρηγοριά της. Όλα θα τα ‘κανε, φτάνει του λουλουδιού το χρώμα κάτι απ' τη ζωντάνια των κυμάτων να ‘κλεβε...

Ένιωθε, μύριζε, γευόταν το ασυναίσθητο άρωμα της ευτυχίας... Μα ο Ήλιος έπεσε, σουρούπωνε... Εκείνη, έγειρε στην κουπαστή της βάρκας και σκέψεις την κατέκλυσαν... Τα δάκρυα στα μάτια της, ήταν σαν τ' αστέρια του βραδινού ουρανού...

            Για όλα φταίει η νύχτα.... Για κάθε απαισιόδοξη σκέψη, για κάθε μη πραγματοποιήσιμο όνειρο... Η νύχτα η πλανεύτρα, η νύχτα η ψυχρή ξελογιάστρα...

Είναι σκοτεινή, μα φωτίζει καθενός τον πραγματικό εαυτό...

            Εκείνη, με τις σκέψεις της συντροφιά, σ' έναν ασφυκτικά άδειο ορίζοντα, όνειρα και θύμησες γεμάτο, ξέρει... Ξέρει πως, αν το χρώμα του λουλουδιού κατορθώσει να ξαναβρεί, το λουλούδι για πάντα ευτυχισμένο θα' ναι, ευτυχισμένο για όσο το χρώμα του κρατήσει... Μα η ευτυχία η δικιά της, σαν τα καλοκαίρια και σαν του φεγγαριού τις εκλείψεις, γρήγορα τη μαγεία της θα χάσει... Και το φευγιό της χειμώνα βαρύ στην καρδιά της θα φέρει... Σαν τα πουλιά τ' αποδημητικά μια ζωή εκείνη θα πετά, αέναα κι αιώνια, δίχως τέλος και σκοπό. Η ευτυχία ποτέ δε θα την  αγκαλιάσει, ή τουλάχιστον αυτό εκείνη θαρρεί... Τρία φεγγάρια μαζί της θα την συντροφεύει, κι έπειτα θ' αποχωρεί, και μόνη θα την αφήνει ξανά... Μια ευτυχία που, με πόνο παρέα θα ‘ρχεται - η νύχτα φταίει για τις σκέψεις τούτες, η νύχτα η πλανεύτρα, η νύχτα η ψυχρή ξελογιάστρα...

            Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, κι ένα ανησυχητικό κρώξιμο πουλιού γκρίζου έσπασε τη γαλήνη του βραδιού. Ύπουλα φόρτωσε στ' αμπάρι της βαρκούλας όσα εκείνη επιμελώς πίσω της προσπάθησε ν' αφήσει... Τσουβάλια ολάκερα μ' αγκαθωτές φιλίες και με λόγια σκληρά, κιβώτια με του κόσμου την κακία - το πιο βαρύ απ' όλα τα φορτία...

            Σαν το πρώτο φως της αυγής το πρόσωπό της χάιδεψε, εκείνη απόρησε με τ' απρόσμενο βάρος. Έψαξε στ' αμπάρι...και κατάλαβε. Κι αποφάσισε στην πρώτη στεριά που στο δρόμο της θα συναντήσει τ΄ ανεπιθύμητο φορτίο να ξεφορτώσει και το ταξίδι της προς τ' ουράνιο τόξο ακάθεκτη να συνεχίσει... Η θέλησή την καρδιά της δυνάμωνε και την κακία παρέβλεπε.

            Η ζημιά όμως είχε ήδη γίνει. Και δύσκολο, πολύ δύσκολο μεσοπέλαγα να την αντιμετωπίσει... Η πίστη της στ' όνειρο και το ανέφικτο είχε ανεπανόρθωτα κλονιστεί. Και σαν ο ουρανός απότομα σκοτείνιασε, και σαν τα σύννεφα απότομα άρχισαν να μαζεύονται και ο παγωμένος βοριάς οργισμένα λυσσομανούσε, και σαν η απροστάτευτη βαρκούλα στα κύματα  κλυδωνιζόταν, εκείνη πίστεψε πια πως όλα τελείωσαν... Το λουλούδι είχε χάσει πια το χρώμα του, ήταν σχεδόν διάφανο και με μεγάλη δυσκολία ανασάλευε...

            Τότε ήταν που τα κύματα, τα κύματα τα μεγάλα, τα οργισμένα, τα αφρισμένα, κουβαλώντας την αιώνια του Ποσειδώνα οργή, το ροζ βαρκάκι όμοια με καρυδότσουφλο παρέσερναν στη δίνη τους... Και σιγά σιγά τη μάτωναν τη βαρκούλα κι εκείνη την πλήγωναν καθώς έβλεπε το μικρό λουλούδι να τρεμοσβήνει...

            Όμως τα κατάφερε το θαρραλέο καραβάκι, όμως τα ξεπερνούσε τα κύματα. Δεν είχε τελείως στερέψει όλη του η δύναμη... Μέχρι που η ώρα έφτασε της χαριστικής βολής, μέχρι που ένα κύμα δηλητήριο , ένα κύμα όλο φαρμάκι στον ορίζοντα φάνηκε. Και το έκανε συντρίμμια το καραβάκι, και σκόρπισε ολόγυρα κι εξαφάνισε τα όνειρα και την πίστη και όλη της την ελπίδα... Εκείνη και το λουλούδι της ήταν πια στο έλεος των ανέμων που, κι άλλη φορά την είχανε προδώσει...

            Μ' όλη της την καρδιά, ευχήθηκε λίγη ζεστασιά και χρώμα για να μπορέσει το λουλούδι να σώσει.. Κι ευχή της μήνυμα έγινε και σ' ένα μπουκάλι μπήκε. Ένα μονάχο μήνυμα, σ' ένα μπουκάλι μέσα, στου ωκεανού την ατέρμονη απεραντοσύνη... Υπάρχει άραγε έστω και μια ελπίδα γλυκά μάτια, καλόκαρδα μάτια να το διαβάσουν? Ή απλά θα χαθεί, σαν ποτέ να μην υπήρξε, στο φλοίσβο των κυμάτων?

            Εκείνη κοίταξε ψηλά... «Κοίτα» λέει στο λουλούδι. «Κοίτα, ένα αστέρι έπεσε... Απ' τη βουτιά του αυτή στα χαμηλά, έλαμψε το στερέωμα... Μην ανησυχείς, το ουράνιο τόξο θα τ' αγγίξουμε - στο υποσχέθηκα... Μην ανησυχείς... Προτού ξημερώσει είναι η ώρα η πιο σκοτεινή της νυχτιάς...»

            Πράγματι, με την πρώτη ηλιαχτίδα, η λάμψη της απελπισμένης ελπίδας που ήταν κλεισμένη στο μπουκάλι εκθάμβωσε μια γοργόνα που λιαζόταν. Άνοιξε το μπουκάλι κι η παράκληση ξεχύθηκε... Δάκρυσε από τη συγκινητική ιστορία - μα που ακούστηκε γοργόνες να δακρύζουν! Μια ζωή το Μέγα Αλέξανδρο αναζητούν...

            Το δάκρυ της νησάκι έγινε... Εκεί ήταν που ξαπόστασε το ροζ βαρκάκι όσο εκείνη το λουλούδι μαλακά στην αμμουδιά εναπόθετε. Κι εκείνη ξαναντίκρυσε το χαμόγελο του Ήλιου... Κι εκείνη σκέφτηκε και συνειδητοποίησε ότι τα πουλιά ποτέ δεν παύουν το κελάηδημά τους, απλά στην τρικυμία να τ' ακούσουμε δεν μπορούμε...

            Οι σκέψεις αυτές αναζωπύρωσαν τη θέλησή της να χρωματίσει τη ζωή και το λουλούδι της... Κι ήταν αυτή η θέληση που την ώθησε να ξαναπιστέψει στην ελπίδα... Αφού λοιπόν κι εκείνη και το βαρκάκι τα όριά τους είχαν αγγίξει, το βαρύ τους παρελθόν αποτίναξαν από πάνω τους και με μια αβάσταχτη πια ελαφρότητα τους πιο παραμυθένια όνειρα έπλασαν. Και ξέροντας πια πως τούτο έμελλε να' ναι το τελευταίο τους ταξίδι, «Βίρα τις άγκυρες!» εκείνη παιχνιδιάρικα πρόσταξε «το Άγνωστο μας περιμένει...»

            Τα λιμάνια τις πόρτες τους έκλειναν στη συντροφιά - των «πρέπει» εντολές... Μα όλο και πείσμωναν - το λουλούδι αργόλυωνε... Κι ολοένα και ταξίδευαν - αστερίες και σειρήνες και ναυάγια ξεχασμένα ρωτούσαν, τ' ουράνιο τόξο αποζητούσαν... Νέους φίλους και στεριές γνώρισαν μα πουθενά δε στέριωσαν - θα ΄ταν επικίνδυνο, τα «πρέπει» ευκολότερα θα τους εντόπιζαν...

            Ώσπου μια μέδουσα τους φανέρωσε την είσοδο της Χαμένης Ατλαντίδας... «Στον πιο λευκό ναό να μπείτε» τους συμβούλευσε «και χρώματα τα μάτια σας θα γεμίσουν...»

            Έτσι κι έγινε. Το χρωματιστό μονοπάτι που, μπρος τους σαν χαλί απλώθηκε, ήταν το ωραιότερο όλων... Εικόνα ανυπέρβλητης ομορφιάς και παιχνίδι των αποχρώσεων...

            Το λουλούδι αναθάρρησε - της χαμογέλασε. Κι έπειτα χρώμα έγινε λαμπρό, χρώμα της γέφυρας που ενώνει τη Γη με τ' Όνειρο, τη Γη με την Ευτυχία... Γιατί τούτο είναι η ευτυχία... Ένας ξέφρενος, ερωτικός και παθιασμένος χορός στην πιο ψηλή άκρη ενός απομακρυσμένου σύννεφου...

            Έφτασαν λοιπόν. Εκείνη, το ροζ βαρκάκι και το λουλούδι στην κοίτη της Ευτυχίας. Έσκυψαν κι έσβησαν τη δίψα τους. Τη γνώρισαν την Ευτυχία - φλέρταραν μαζί της... Το λουλουδάκι εκεί έμεινε, χρώμα του ουράνιου τόξου έγινε που το δρόμο τους θα προστάτευε...

            Μα αφού πέτυχαν το ανέφικτο, πίσω στα θαλάσσια μονοπάτια γύρισαν και με λίγο κόπο ξαναβρήκαν το νησάκι τους. Το καραβάκι εκεί έμεινε... Ναυάγιο πόνου, μα κι ελπίδας και θέλησης. Με πεταλούδες και νεράιδες να φτερουγίζουν γύρω από την πρύμνη και τ' άστρα της Πούλιας και τ' Αυγερινού στην πλώρη... Έτσι, γιατί δεν άραξε σε κανένα λιμάνι. Έτσι, γιατί πορεύτηκε με τ' όνειρο για οδηγό.

            Κι εκείνη, αδούλωτη κι ανυπότακτη, ελευθερώθηκε πια... Γιατί αδιαφόρησε για τα «πρέπει» και τα «θέλω» της ακολούθησε. Γοργόνα μαγική, πνεύμα του νερού έγινε και μόνο τα λόγια της εκείνα, που, πριν από χιλιάδες χρόνια άγγιξαν μια πέτρινη καρδιά μαρτυρούν την ύπαρξή της...

            Μα, στάσου... Αν ποτέ την ελπίδα σου χάσεις, στρέψε το βλέμμα σου στη θάλασσα. Άκου τον παφλασμό των κυμάτων. Μια φωνή θαρρείς θα σου ψιθυρίσει μέσα απ' τα βάθη των αιώνων... «Με το ουράνιο τόξο πορεύσου για οδηγό... Και με τα χρώματά του κάνε τ' όνειρο ζωή... Ψάξε για το μονοπάτι των χρωμάτων...»
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 15 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 26 Ιούλ 2008 12:17 μμ

Χάος

Τι είναι η πατρίδα μας?

Μην είν' οι κάμποι?

Τι είναι τα blog μας? 

Μην είν' αυτό

 

Αυτά τα βλέπεις θέλεις  δε θέλεις

για άλλους λόγους βρίσκεσαι εδώ.

Όλοι τα ίδια πληροφορούμαστε,

κι αν τ' αντιγράφουμε αυτολεξί,

ποιός τότε ο λόγος να "συναντιόμαστε"?

... δεν είμαι εγώ, δεν είσαι εσύ.

 

Χωρίς τη γνώμη σου δεν έχει αξία,

ιστοσελίδων μεταφορές !

Δείξε τον τρόπο σου, βρες σημασία,

φτιάξτο "καινούριο"  κι ας είναι απο χθές.

Τα ίδια κάνουμε,δεν το αρνούμαι,

μα... μας διαβάζουνε μάτια πολλά,

 κι αν απ' το forum μας δεν συγκινούμε,

τι παριστάνουμε τότε παιδιά?

Παρέα ανώδυνη σε ώρες γραφείου

 9 με 5 κουτσομπολιό?

Ας παραμείνουμε έτσι δια βίου

 έχοντας άλλοθι... μα όχι σκεπτικό.


Διαβάζω κείμενα που ανασυνθέτουν

τα ίδια μίζερα κοινά σκ@τ@

κι αναρωτιέμαι "πως τη βλέπουν?"

που βρίσκουν έμπνευση και τσαμπουκά?

Παίρνει ο ένας μια τραγωδία, την κάνει ποίημα καθαρό

άλλος σκαλίζει μια φαντασία, που ρέει μαγεύει σαν το νερό.  

 

 Μέσα στα κείμενα βρίσκεις "κανάλια"

που είν' η ψυχή του καθενός

σφίγγουν οι λέξεις σαν μια τανάλια

προκύπτει λόγος μοναδικός.

Χάος ο λόγος μας, χάος κι οι πράξεις, έτσι μου βγήκε να σας τα πω

 ίσως καλύτερα να πάω για μπάνιο, για πάρτυ διήμερο στον αιγιαλό.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 19 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 24 Ιούλ 2008 02:06 πμ

Ποιός Φοβάται το Κέρατο?

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Εν αρχή ην ο πόνος που σαν σε άπνοια πλακώνει την γούβα του ξύλινου περιμετρικού τείχους,  της barerra, και δεν έχει αποφασίσει ακόμα τον ποιόν θα τυλίξει με την αύρα του άλγους. Η άπνοια είναι σημειωτέον, μεγάλος σύμμαχος του ταυρομάχου. Είναι πάμπολλες οι φορές που ο άνεμος «κούνησε» τη μουλέτα και έκανε τον ταύρο να τρυπήσει τον άνθρωπο. Όταν φυσάει δυνατά, την καταβρέχουν και την σέρνουν στην άμμο για να αποκτήσει την αντίσταση της βαρύτητας.

Στη συνέχεια, ο πόνος θα διανεμηθεί με ιδιότυπη δικαιοσύνη, καθώς ο άνθρωπος έχει τον πρώτο λόγο, και τα ζώα τον δικό τους λόγο. Ο πόνος με τον θάνατο καραδοκούν, και στο τέλος θα έχουν συντελεστεί και τα δύο. Το ποιος θα τα απονείμει και το ποιος θα τα εισπράξει, θα παραμείνει για δεκαπέντε λεπτά αβέβαιο.

Σίγουρα πρώτος θα νιώσει τον πόνο ο ταύρος, και θα καταφέρει να ανταποδώσει κάποια χτυπήματα στα ίσια, απέναντι σε άλογα και ανθρώπους.

Ο ταύρος είναι ζώο υπεροχικό, δυναμικό, και από τη φύση του πολεμιστής φονιάς. Όταν μάχονται στο λιβάδι για ζητήματα εγωιστικής κυριαρχίας, οι κουτουλιές μεταξύ τους είναι ασύλληπτες σε δύναμη, και τα κερατίσματα που ανταλλάσσουν έχουν την δεξιοτεχνία παγκόσμιων ξιφομάχων. Αποκρούουν, προσποιούνται, πονηρεύονται, νικούν ή υποχωρούν. Το ίδιο σκεπτικό επικρατεί και στην corrida απέναντι σε δύο άλογα, σε τρεις  πεζούς ανθρώπους, και σε έναν ακόμα που ενδέχεται να ξεφύγει από τα ανθρώπινα μέτρα, όπως ενδέχεται να υποβιβαστεί από αυτά και να εκπέσει στη χλεύη, τον matador.

Οι aficionados είναι εθισμένοι στην tauromacia. Είναι μυημένοι και συμμέτοχοι. Το τυπικό -εξ' αρχής και μέχρι σήμερα- ορίζει την έναρξη στις πέντε το απόγευμα. (η ζέστη έχει αναγκάσει τη μεταφορά πότε στις έξι και άλλοτε στις επτά). Ο θρήνος για τον Ιγνάσιο Μεχίας είναι η παρακαταθήκη του Λόρκα σε αυτό.

Η εισαγωγική παρέλαση "passeo", οι θεατρικότητες και οι ανθρώπινες αντιδράσεις μοιρασμένες ανάμεσα στο δράμα και τον ηρωισμό, είναι κοινό κτήμα των πάντων. Συγκεντρωμένοι από το ίδιο ένστικτο, αυτό της θανάτωσης, κοινό και πρωταγωνιστές έχουν σχέση αλληλεπίδρασης.

Είναι πολλές οι φορές που ο matador απευθύνεται στο κοινό και ζητά κατανόηση για το ότι ο ταύρος πεισμώνει ή δειλιάζει και αρνείται να μαχηθεί, ενώ αντιστρόφως έρχονται στιγμές που η εξέδρα απαιτεί πιο πολύ δεξιοτεχνία, συγκέντρωση, μαχητικότητα, ή και κάποια φιγούρα από τον μακρύ χιτώνα ή την μικρή κόκκινη μουλέτα. Τα γιουχαΐσματα δεν λείπουν σχεδόν ποτέ, και ειδικά αν δεν δείξει σθένος ο ταυρομάχος τη στιγμή της αλήθειας, της τελικής σπαθιάς, για τη συγκίνηση της οποίας βρίσκονται όλοι κάθε φορά μαζεμένοι.

Ναι, γνωρίζουν πως κάτι το φονικό τους συσπειρώνει, κι αυτό είναι που αυξάνει την αυστηρότητα του κώδικα στον οποίον στηρίζεται η συνύπαρξή τους. Το νόημα των ταυρομαχιών παραμένει ανεξήγητο. Δεν έχει ερμηνευθεί με τους όρους της ηθικής και της ανηθικότητας, και παραμένει μυστήριο το γιατί επιζητά κάποιος να είναι μάρτυρας μιας τραγωδίας. Ο ναρκισσισμός, η μικροπρέπεια και η υποκρισία, ξεπερνούν τον αστικό καθωσπρεπισμό, και συναντούν το υπαρξιακό "Τίποτα". Το παιχνίδι των ταυρομαχιών ποτέ δεν θα συγκριθεί με το εφήμερο, και πάντα θα υπόκειται στην ακεραιότητα κάθε αιώνιας αλήθειας. Τόσο αδικαιολόγητη αλήθεια, τόσο υπαρκτή, και τόσο μεγαλειώδης. Ψυχολογικές κατηγοριοποιήσεις, θέτουν κάποιους ανθρώπους να συμπάσχουν με τα ζώα και άλλους με τον άνθρωπο. Όσοι υποστηρίζουν το δίκαιο των ζώων, είναι πιο μισάνθρωποι σε σχέση με τους υπερασπιστές των ταυρομάχων, και ελάχιστο μίσος έχουν απέναντι στα τετράποδα. Δηλαδή, οι επαγγελματίες λάτρεις των κτηνών, είναι θετικά διακείμενοι για περισσότερη σκληρότητα προς τους ανθρώπους, από όσους δεν ταυτίζονται εύκολα με τα ζώα.

Οι ταύροι αγώνων, καμιά σχέση δεν έχουν με οικόσιτα ζώα. Οι ράτσες τους είναι "απ' ευθείας αίμα" για πάνω από δύο αιώνες τώρα. Φυσικά προέκυψαν διασταυρώσεις που κάποιες ήταν προσεκτικές, και κάποιες άλλες απλώς κατέστρεψαν τη ράτσα. Οι ταύροι που έχουν σημειώσει τους πιο πολλούς σκοτωμούς ταυρομάχων πάντως, είναι οι Μιούρα.

Όποια πάντως κι είναι η καταγωγή τους, είναι τόσο άγριοι και φυσικοί μαχητές, που ακόμα και οι γελάδες-μάνες χρησιμεύουν στην εκπαίδευση των matador, αφού ο κίνδυνος που επιφυλάσσουν δεν είναι καθόλου αμελητέος.

Κανένας από τους ταυρομάχους δεν έχει αποφύγει τα χτυπήματα των κεράτων. Είτε στη γάμπα, στον μηρό, στο στήθος ή στον λαιμό, καθένας τους έχει τα σημάδια μιας ή περισσότερων cornadas επάνω του. Η τελική σπαθιά, ή στιγμή της αλήθειας, επιβάλλει  το κάρφωμα ανάμεσα στις ωμοπλάτες του ταύρου, σε στιγμή παντελώς εκτεθειμένη στα κέρατα. Αν η ικανότητά του, του επιτρέψει να βγει σώος από τις φονικές μύτες, και αν το θάρρος του δεν τον εγκαταλείψει ώστε να γίνει ένας απλός δολοφόνος αλλά ένας εξαίρετος matador, τότε έχει συντελεστεί ένας άξιος αγώνας.

 

Από τις βασικότερες προϋποθέσεις της αναμέτρησης, είναι η πρώτη είσοδος του ταύρου στην corrida. Η απειρία του. Σίγουρα μεροληπτικό υπέρ του ανθρώπου, αν όμως το ζώο είχε τη μνήμη και την εμπειρία της αρένας, τότε θα επρόκειτο για μια ανίκητη ζωντανή πολεμική μηχανή. Αν το ζώο ξεκαθαρίσει στο μυαλό του ότι τα δολώματα  που του βάζουν να κυνηγά, δεν έχουν κανένα αντίκρισμα, και εντοπίσει ως εχθρό του τον άνθρωπο, τότε... κλαύτα!!!

Μισός τόνος δύναμης εξ' ενστίκτου, είναι μια συμφορά που τρέχει καταπάνω σου. Τόση δύναμη με κέρατα που έχουν κατά καιρούς τρυπήσει ατόφιο σίδερο σε βάθος δέκα εκατοστών, σε κάνει να ιδρώνεις. Γνωρίζεις ότι πρέπει να κατακερματίσεις την ταυρίσια ορμή, τόσο ώστε να φτάσεις να μαχηθείς με τον φονιά που πρέπει να φονεύσεις. Κι αυτό, είναι κάτι που ένας μόνος του είναι αδύνατον να καταφέρει.

 

Η cuadrillia είναι η ομάδα που συμπληρώνει απαραιτήτως τον ταυρομάχο, και όλοι μαζί πρέπει να αντιμετωπίσουν δύο ταύρους σε αγώνες-παραστάσεις δεκαπέντε λεπτών. Οι έφιπποι καρφώνουν την pica στον σβέρκο του ταύρου, οι baderillieros  τοποθετούν τα καμάκια με τα χρωματιστά χαρτιά στη ράχη του, και τέλος τον παραδίδουν στον απόλυτο πρωταγωνιστή, τον matador, που θα δώσει την μέχρι εσχάτων παράσταση. Σημαντικό είναι να τον παραδώσουν αμήχανο και σαστισμένο, αλλά όχι ανήμπορο και σακατεμένο.

 

Το ζώο επιχειρεί να επικρατήσει απέναντι σε όλους, αντιμετωπίζοντάς τους ως ανταγωνιστές ενός ζωτικού χώρου. Όταν οι picador τον τσιμπάνε στον σβέρκο, καταλαβαίνει πως δεν είναι άτρωτος. Όσα κερατίσματα προλάβει ή καταφέρει, θα τα δώσει.

Ήδη η ζεστή αύρα του πόνου ανεβαίνει ψηλότερα και το πιο κρύο αίμα θα επικρατήσει στην αρένα. Ανοδικά ρεύματα συγκίνησης κατακλύζουν τις εξέδρες. Το ζώο σαστίζει με την πρώτη συνείδηση της ματαιότητας της ορμής του. Αν έχει καταφέρει να πληγώσει κάποιο άλογο, η αυτοπεποίθησή του γίνεται στέρεη, και ορμά προς τους peon που τον αποσπούν με τον μεγάλο χιτώνα. Είναι η στιγμή που πίσω από την barrera ακόμη, ο ταυρομάχος ψυχολογεί τον δικέρατο αντίπαλό του, αναγνωρίζοντας το από ποια πλευρά και με ποιο κέρατο προτιμάει να καρφώνει, όπως και το αν το ζωντανό εφορμά ίσια, ή παρεκκλίνει κατά την επίθεσή του.

Όσο κι αν κατηγορείται το θέαμα ως βαρβαρότητα, πρέπει να αναγνωρίσουμε το ότι ο ταυρομάχος απλώς αμύνεται απέναντι σε μια δύναμη της φύσης, και η δουλειά του είναι να υποτάξει τον ταύρο ώσπου να ελέγξει την συμπεριφορά του και να τον φονεύσει.

Θα το καταφέρει αυτό, δείχνοντας τεράστια γενναιότητα, ή θα εκτεθεί από τη δειλία του. Σίγουρα θα παλέψει η περηφάνια με τον φόβο του, και θα μαχηθεί τον ταύρο στο ύψος του τίτλου του ως matador.

 

Toreador είναι ο καθένας που εμπλέκεται στην ταυρομαχία, από τους έφιππους μέχρι τους πεζούς βοηθούς που τοποθετούν τα χρωματιστά καμάκια στην πλάτη των ταύρων. Matador σημαίνει εκτελεστής, και είναι ο φυσικός αρχηγός των υπολοίπων. Είναι αφεντικό  τους, -αυτός τους πληρώνει- και γνωρίζει πως είναι σε αδιάκοπη επαφή με τον τραυματισμό και τον θάνατο. Επαφή κυριολεκτική, που πολλές φορές του ξηλώνει και του σκίζει τη στολή, με τα φονικά περάσματα των κεράτων.

Σε ότι αφορά την ορμή, θα αναφέρω μόνο πως σε παράλληλη εκκίνηση, ο ταύρος ξεπερνά το άλογο στα πρώτα τριάντα μέτρα. Το άλογο θα τον φτάσει και θα τον προσπεράσει στα πενήντα.

 

Ας ονομάσουμε άθλημα αυτές τις φιέστες θανάτου, και ας πάμε πίσω πριν από τους κανονισμένους όρους του. Αυτό το θέαμα βασίσθηκε σε έννοιες και αξίες που σχηματίστηκαν στις χαμηλότερες κοινωνικές ομάδες, στην καθημερινή τριβή των ανθρώπων της κάθε γειτονιάς, και που κορυφωνόταν στα λαϊκά τους πανηγύρια, εκεί όπου κάθε τι ασυνήθιστο έβρισκε τη θέση του, και μαζί θεατές πρόθυμους να πληρώσουν για να το παρακολουθήσουν.

Πρώτοι θεωρείται πως το ξεκίνησαν τσιγγάνοι της Ισπανίας, κυκλώνοντας έναν μεγάλο χώρο με κάρα. Ακόμη κι όταν φτιάχτηκαν τα ειδικά στάδια για ταυρομαχίες, τσιγγάνοι ήταν στην πλειοψηφίας τους οι matador.

Σε ό,τι αφορά την θανατολαγνεία, ο Ε. Χέμινγουέι αναφέρει πως: Γάλλοι και Άγγλοι αποφεύγουν να θίξουν το ζήτημα του θανάτου, και το προσεγγίζουν υπό τη μορφή του κυνηγιού, προκειμένου να φάνε. Ως εκ τούτου, η αθλητική εκδοχή του θανάτου δεν θα μπορούσε να εκφραστεί σε αυτές  τις κουλτούρες. Αντίθετα οι Ισπανοί, -που ναυτικοί μου έχουν πει ότι αν τους δεις μεθυσμένους και πάνω από δύο, καλύτερα να τους αποφεύγεις- μετρούσαν την καθημερινότητά τους υπό τη σκιά του θανάτου, και με το όριο αυτό εξέφραζαν την τιμή την αξιοπρέπεια και την ανδρεία τους. Το να υιοθετήσουν το θέαμα της θανάτωσης, προκύπτει λοιπόν ως φυσιολογικό. 

 

Η σύντομη διάρκεια της ταυρομαχίας έχει κάνει τους φανατικούς των παραστάσεων τόσο έμπειρους, ώστε κάθε αντίδραση των ανθρώπων και των ταύρων, κάθε δεξιοτεχνία, κάθε τι το ωραίο ή το άσχημο, να έχει την εξειδικευμένη ορολογία του. Δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο, ο ρυθμός ενός καλού αγώνα είναι τόσο αναγνωρίσιμος και οικείος, ώστε οι θεατές αντιδρούν και στην απειροελάχιστη ένδειξη δειλίας από πλευράς ανθρώπων ή ζώων. Κανείς ακόμη δεν έχει καταλάβει αν το κοινό υποστηρίζει τον ταύρο ή τον ταυρομάχο. Είναι προφανώς έτοιμο κάθε στιγμή, να εκθειάσει τον πιο έξυπνο, θαρραλέο, και ικανό από τους δύο. Όποιος και αν είναι ο νικητής, θα τον επευφημήσουν. Αν ειδικά ο άνθρωπος δείξει άτεχνος και αβέβαιος, ακόμη κι αν χτυπηθεί σοβαρά από τα κέρατα, θα ακούσει το αμείλικτο γιουχάισμα.

Ένας κορυφαίος αγώνας προκύπτει ανάμεσα σε δύο ισάξιους σκληρούς και ανυποχώρητους αντιπάλους. Ένας τέτοιος αγώνας κρίνεται ως λαμπρός, όταν κι οι δύο καταθέσουν στην αρένα όλη τους την ορμή, τις ικανότητες, και τις αποδείξεις της αξίας τους.

 

Από το μεσημέρι και μετά, ένα μονάχα είναι σίγουρο επάνω και γύρω από τις αρένες: Κανείς δεν είναι άτρωτος!

Όταν ένας από τους μεγαλύτερους και πλέον ταλαντούχους matador, όλων των εποχών, ο Josellito, καρφωνόταν στην κοιλιά και έχασε τη ζωή του, ένας από την cuadrillia του ψέλλιζε ενεός: "Αν κι αυτός ο άντρας σκοτώθηκε, κανείς μας δεν είναι ασφαλής".
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 88 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Avatar
Ερμηνεύω τον καιρό μου, ως αποτύπωμα στην ερχόμενη ιστορία.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork