
Ήταν ένας γλυκός και τρυφερός χούλιγκαν. Κι ήλπιζα πως ποτέ δεν θα το ξανακάνει. Ποτέ φυσικά ως την επόμενη φορά. Σύχναζε όπου μπορούσε. Γελούσε με ότι μπορούσε. Είχε γύρω του ανθρώπους ίδιους μ’εκείνον. Που τον καταλάβαιναν. Τον αγαπούσαν γι’αυτό που είναι. Τι ήταν άραγε?
Ένας άνθρωπος που έβγαινε να πιεί και να διακσκεδάσει σε κηδείες. Η ζωή τον είχε πιάσει απ’το σβέρκο και οι κινήσεις που μπορούσε να κάνει ύστερα από τέτοιο κεφαλοκλείδωμα ήταν ελάχιστες. Δεν είναι ο μόνος. Προσπαθούσα να τον δικαιολογήσω. Κι αυτόν και τους γύρω του. Τους κοιτούσα να περπατάνε κάνοντας ηλίθια αστεία ανάμεσα στους τάφους και δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τον έμψυχο απ’το άψυχο. Ναι. Μη γίνομαι υπερβολικός. Εκείνη η παρέα που με πλησίαζε είχε τις αισθήσεις της. Ένιωθε την ψύχρα απ’το απαλό αεράκι, μπρορούσε να αναπνεύσει, να βαδίσει, να κοιτάξει. Μπορεί να μην άκουγε την απέραντη σιωπή γύρω της, μπορεί να μην της έκανε εντύπωση αυτή η ιδιαίτερη στιγμή της ζωής . Ο θάνατος. Δεν τους ένοιαζε. Ήταν ένας θάνατος μακρυνός γι’αυτούς. Άλλος ένας θάνατος ενός ανθρώπου. Στεκόμουν και παρατηρούσα. Πολλές φορές κοιτάζοντας τον καθένα ξεχωριστά μέσα στα μάτια, άλλοτε κοιτόντας αλλού και ακούγοντας τους. Ήταν ο φόβος που τους έκανε να αντιδρούν έτσι? Ήταν η άγνοια του ότι όλοι μας είμαστε εν δυνάμει σωροί μέσα σε φέρετρα? Ήταν το πάθος να ζήσουμε άρον άρον όπως να’ναι? Μία απλή αδιαφορία που απλά την έκανε έντονη ο χώρος? Σίγουρα δεν ήταν η αξιοπρέπεια. Το φέρετρο πήγαινε μπροστά μου και πίσω μου οι νεκροί ακολουθούσαν. Στο τέλος με πλησίασαν και με ρώτησαν.
«Έχεις κάτι?»
Δεν είχα τίποτα. Έμενε μόνο να περάσω αυτά τα σύνορα.
Στο τραπέζι μετά την κηδεία καθίσαμε δίπλα. Μια ηλικιωμένη κυρία με το ατάραχο ύφος που σου αφήνει το πέρασμα μιας μεγάλης στενοχώριας, με μάτια κουρασμένα αλλά ήρεμα, υγρά ακόμα από τα δάκρυα, τον κοιτούσε. Τον κοιτούσε με βλέμμα που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Βλέμμα θλίψης για τον άνθρωπο που έχασε? Λύπης για τον άνθρωπο που καθόταν απέναντι της? Απάθειας για το ότι τίποτα στη ζωή δεν είναι φυσιολογικό? Έκπληξης βουβής? Ίσως και τίποτα απ'όλα αυτά. Κοιτούσα αυτή τη γυναίκα που κοιτούσε αυτόν τον άνθρωπο. Τότε εκείνος γύρισε και μου μίλησε. Σχετικά δυνατά.
«Πιες κονιάκ ρε μαλάκα! Πεντάστερο είναι! Κάβλα!» είπε.
Δεν πρόλαβα να απαντήσω και η γυναίκα του ζήτησε να της βάλει λίγο στο ποτήρι. Εκείνος γύρισε και πριν την σερβίρει κοιτάχτηκαν για ελάχιστα στα μάτια. Ύστερα εκείνος γύρισε και συνέχισε να γελάει με την υπόλοιπη παρέα. Η κυρία σηκώθηκε να φύγει λίγο αργότερα.
« Ο κύριος συνάδελφος σας είναι?» ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά.
«Ζωή σε σας...» έκανε κι έφυγε.
Μετά από αρκετά ποτήρια κονιάκ ο κύριος αυτός αποφάσισε ν’ασχοληθεί και λιγάκι μαζί μου, όπως πάντα.
«Το πιο περίεργο πράγμα στη ζωή είναι το βλέμμα των ανθρώπων» φιλοσόφισε.
«Tο καταλαβαίνεις ή δεν το καταλαβαίνεις?»
«Δεν ξέρω...»
«Στον καθρέφτη κοιτιέσαι?»
«Πότε? Όταν ξυρίζομαι ας πούμε ή όταν χτενίζομαι?»
«Όποτε!»
«Ναι. Με κοιτάζω. Λοιπόν?»
«Και τι σου λέει ο καθρέφτης?»
«Ο καθρέφτης? Δεν μου μιλάει. Είναι μουγκός! Χαχαχα!»
«Σου μιλάει. Μήπως εσύ είσαι κουφός?»
«Λες? Και τι μου λέει?»
«Δεν ξέρω. Αν νομίζεις πως δεν σου μιλάει, μίλα του εσύ!»
«Και τι να του πω?»
«Ρώτα τον κάτι! Πες του – Έχεις Αρχίδια?!-»
«...»
«Ο καθρέφτης απαντάει όταν ρωτήσεις. Και πάντα ειλικρινά»
Στην έξοδο κανείς δεν μιλούσε. Ο γλυκός και τρυφερός χούλιγκαν έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. Το δρόμο για το δικό του νεκροταφείο. Πάνω στο παπάκι έφτιαξε βουβά λίγο τους καθρέφτες αμίλητος και χαιρετηθήκαμε δια χειραψίας με ένα αχνό ίχνος ευγένειας...