Αθήνα   28°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Μάρτιος 2010
 
Δευ, 22 Μάρ 2010 05:19 μμ

Αληθεύει ότι ...

  • Ο ιησούς ήταν παναθηναϊκός κι ο λάζαρος γαύρος?
  • Ο μητσοτάκης βρισκόταν σε σουίτα του Ο.Α.Κ.Α. και σιγοψιθύριζε το σύνθημα "Τριφυλλάρα Βάλε Ένα Γκολ!"? 
  • Ο πράκτορας της στάζι είχε τάξει έξτρα πριμ σε όποιον  είχε τα κότσια να περάσει τη σέντρα πάνω από δύο φορές ανά ημίχρονο? 
  • Οι παίχτες της συμπαθούς ομάδας της τρούμπας γυμνάστηκαν κατά σειρά με τον λεβιέ του λεωφορείου που τους μετέφερε και υπό τις οδηγίες γνωστού κηπουρού κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου?
  • Η θύρα 7 στοιχημάτισε ομαδικά το ντέρμπυ στον άσσο και στο όβερ να μαζέψει χρήματα για τις καλοκαιρινές μεταγραφές εν όψει ιντερτότο?
  • Ο σουηδός στόπερ των αρουραίων έγινε αλλαγή λόγω νευρικού κλονισμού από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των αντιπάλων και όχι απο τραυματισμό?
  • Ο θέμος έπαθε ζημιά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ γιατί ήδη είχε τυπώσει το σημερινό εξώφυλλο της εφημερίδας με την γνωστή μαϊμού και την λεζάντα "ΑΙΣΧΟΣ!"?
  • Χτες λίγο μετά τα μεσάνυχτα ζόμπι εθεάθησαν αλαλάζοντα εις την ευρύτερη περιοχή της λαχαναγοράς?
  • Κατά τας γραφάς τις Κυριακές ο θεός όχι μόνον ξεκουράζεται αλλά ρίχνει κι έναν υπνάκο άμα λάχει?
  • Ο Παναθηναϊκός έχασε απ'τον γαύρο?!
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 06 Μάρ 2010 06:32 μμ

Μία Μικρή Ιστορία, Αληθινή Όσο Ο Θάνατος

Ήταν ένας γλυκός και τρυφερός χούλιγκαν. Κι ήλπιζα πως ποτέ δεν θα το ξανακάνει. Ποτέ φυσικά ως την επόμενη φορά. Σύχναζε όπου μπορούσε. Γελούσε με ότι μπορούσε. Είχε γύρω του ανθρώπους ίδιους μ’εκείνον. Που τον καταλάβαιναν. Τον αγαπούσαν γι’αυτό που είναι. Τι ήταν άραγε?

Ένας άνθρωπος που έβγαινε να πιεί και να διακσκεδάσει σε κηδείες. Η ζωή τον είχε πιάσει απ’το σβέρκο και οι κινήσεις που μπορούσε να κάνει ύστερα από τέτοιο κεφαλοκλείδωμα ήταν ελάχιστες. Δεν είναι ο μόνος. Προσπαθούσα να τον δικαιολογήσω. Κι αυτόν και τους γύρω του. Τους κοιτούσα να περπατάνε κάνοντας ηλίθια αστεία ανάμεσα στους τάφους και δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τον έμψυχο απ’το άψυχο. Ναι. Μη γίνομαι υπερβολικός. Εκείνη η παρέα που με πλησίαζε είχε τις αισθήσεις της. Ένιωθε την ψύχρα απ’το απαλό αεράκι, μπρορούσε να αναπνεύσει, να βαδίσει, να κοιτάξει. Μπορεί να μην άκουγε την απέραντη σιωπή γύρω της, μπορεί να μην της έκανε εντύπωση αυτή η ιδιαίτερη στιγμή της ζωής . Ο θάνατος. Δεν τους ένοιαζε. Ήταν ένας θάνατος μακρυνός γι’αυτούς. Άλλος ένας θάνατος ενός ανθρώπου. Στεκόμουν και παρατηρούσα. Πολλές φορές κοιτάζοντας τον καθένα ξεχωριστά μέσα στα μάτια, άλλοτε κοιτόντας αλλού και ακούγοντας τους. Ήταν ο φόβος που τους έκανε να αντιδρούν έτσι? Ήταν η άγνοια του ότι όλοι μας είμαστε εν δυνάμει σωροί μέσα σε φέρετρα? Ήταν το πάθος να ζήσουμε άρον άρον όπως να’ναι? Μία απλή αδιαφορία που απλά την έκανε έντονη ο χώρος? Σίγουρα δεν ήταν η αξιοπρέπεια. Το φέρετρο πήγαινε μπροστά μου και πίσω μου οι νεκροί ακολουθούσαν. Στο τέλος με πλησίασαν και με ρώτησαν.

«Έχεις κάτι?»

Δεν είχα τίποτα. Έμενε μόνο να περάσω αυτά τα σύνορα.

Στο τραπέζι μετά την κηδεία καθίσαμε δίπλα. Μια ηλικιωμένη κυρία με το ατάραχο ύφος που σου αφήνει το πέρασμα μιας μεγάλης στενοχώριας, με μάτια κουρασμένα αλλά ήρεμα, υγρά ακόμα από τα δάκρυα, τον κοιτούσε. Τον κοιτούσε με βλέμμα που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Βλέμμα θλίψης για τον άνθρωπο που έχασε? Λύπης για τον άνθρωπο που καθόταν απέναντι της? Απάθειας για το ότι τίποτα στη ζωή δεν είναι φυσιολογικό? Έκπληξης βουβής? Ίσως και τίποτα απ'όλα αυτά. Κοιτούσα αυτή τη γυναίκα που κοιτούσε αυτόν τον άνθρωπο. Τότε εκείνος γύρισε και μου μίλησε. Σχετικά δυνατά.

«Πιες κονιάκ ρε μαλάκα! Πεντάστερο είναι! Κάβλα!» είπε.

Δεν πρόλαβα να απαντήσω και η γυναίκα του ζήτησε να της βάλει λίγο στο ποτήρι. Εκείνος γύρισε και πριν την σερβίρει κοιτάχτηκαν για ελάχιστα στα μάτια. Ύστερα εκείνος γύρισε και συνέχισε να γελάει με την υπόλοιπη παρέα. Η κυρία σηκώθηκε να φύγει λίγο αργότερα.

« Ο κύριος συνάδελφος σας είναι?» ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά.

«Ζωή σε σας...» έκανε κι έφυγε.

Μετά από αρκετά ποτήρια κονιάκ ο κύριος αυτός  αποφάσισε ν’ασχοληθεί και λιγάκι μαζί μου, όπως πάντα.

«Το πιο περίεργο πράγμα στη ζωή είναι το βλέμμα των ανθρώπων» φιλοσόφισε.

«Tο καταλαβαίνεις ή δεν το καταλαβαίνεις?»

«Δεν ξέρω...»

«Στον καθρέφτη κοιτιέσαι?»

«Πότε? Όταν ξυρίζομαι ας πούμε ή όταν χτενίζομαι?»

«Όποτε!»

«Ναι. Με κοιτάζω. Λοιπόν?»

«Και τι σου λέει ο καθρέφτης?»

«Ο καθρέφτης? Δεν μου μιλάει. Είναι μουγκός! Χαχαχα!»

«Σου μιλάει. Μήπως εσύ είσαι κουφός?»

«Λες? Και τι μου λέει?»

«Δεν ξέρω. Αν νομίζεις πως δεν σου μιλάει, μίλα του εσύ!»

«Και τι να του πω?»

«Ρώτα τον κάτι! Πες του – Έχεις Αρχίδια?!-»

«...»

«Ο καθρέφτης απαντάει όταν ρωτήσεις. Και πάντα ειλικρινά»

Στην έξοδο κανείς δεν μιλούσε. Ο γλυκός και τρυφερός χούλιγκαν έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. Το δρόμο για το δικό του νεκροταφείο. Πάνω στο παπάκι έφτιαξε βουβά λίγο τους καθρέφτες αμίλητος και χαιρετηθήκαμε δια χειραψίας με ένα αχνό ίχνος ευγένειας...

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 01 Μάρ 2010 05:50 μμ

" Tι Είδα Στη Χαλκίδα "

 

Φωνές στην προκυμαία, ζευγάρια χέρι χέρι στην προκυμαία, χαρούμενα παιδικά πρόσωπα στην προκυμαία. Με προσπερνούν ή εγώ τ'αφήνω πίσω? Μια γρήγορη ματιά πάνω τους και τίποτα παραπάνω. Μια γεύση του πως θά'πρεπε νά'ναι η ζωή και δεν είναι. Δεν τους παρατηρώ περισσότερο γιατί αν μείνει το βλέμμα μου και βολευτεί στο γύρω, θ'αντικρύσω ξανά την αλήθεια της Κυριακής. Γονείς με συγκεντρωμένο τον κάματο, μιας βδομάδας που πέρασε, στα πρόσωπα τους, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι με τη φρίκη στο βλέμμα μιας βδομάδας που έρχεται, παιδάκια με θλιμμένα χαμόγελα που βιάζονται να παίξουν, παρέες που βαριούνται, παρέες να προλάβουν να γελάσουν, άνθρωποι που βαδίζουν μπροστά και νομίζουν πως πηγαίνουν κάπου. Δεν τους παρατηρώ λοιπόν. Δεν θέλω να στοιχειώσω την ώρα τους. Την ώρα που οι άνθρωποι ξεχνούν για μια στιγμή τη μοίρα τους. Αν δεν μπορώ ν'αλλάξω τον κόσμο ας αλλάξω έστω το μάτι που βλέπει τον κόσμο. Κάθομαι στο παγκάκι και χάνονται όλα και κάθεσαι δίπλα μου. Τι παράξενο πράγμα η μνήμη. Εσύ τότε να με κοιτάζεις κι εγώ τώρα εδώ να σε κοιτάζω που με κοιτάζεις. Αν εσύ υπήρξες ή όχι εδώ δεν έχει σημασία. Τώρα με βλέπεις κι έχεις πάντα δίκιο. Εσύ ο ορισμός του τέλειου. Εσύ το θαύμα της υπομονής και της καλοσύνης. Ναρκωτικό η ανάμνηση. Πάντοτε να μας δείχνει όμορφα. Μα αν κόψεις όλα τα ελλατώματα από μια ψυχή εκείνη παραμορφώνεται και μαραίνεται. Χάνει μερικές, ίσως τις πιο βαθιές της, ρίζες και ξεθυμαίνει. Ξεθυμασμένοι όμως και λυτρωμένοι από το λάθος και την κακία, την μικρότητα είναι μόνο οι νεκροί. Κι εγώ δεν θέλω να ξεριζωθείς από μέσα μου. Νεκρή δε σε θέλω. Κι έτσι ζωντάνεψες και σηκώθηκες. Σε είδα να περπατάς. Περπάτησα μαζί σου ανάμεσα και μέσα σ'εκείνους τους χαρούμενα θλιμμένους ανθρώπους της προκυμαίας. Και κοίταξα για ώρα τη μαυρίλα τους. Και κοίταξα κατάματα τη μαυρίλα σου. Κοίταξα τη δική μου μαυρίλα. Χόρτασα κι ησύχασα κι έφυγα. Πάντοτε φεύγω. Μπήκα στ'αμάξι κι ο ήλιος έλαμπε ακόμα. Ο morrissey σαν από μηχανής θεός όπως πάντα χλεύαζε τις σκέψεις μου... "Everyday is like Sunday... Everyday is silent and grey... when you¨re on your own... alone... alone..."      

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork