Πέντε η ώρα, χαράματα της Παρασκευής και το αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης είναι σχεδόν έρημο. Οι λίγοι επιβάτες που κατάφεραν να φτάσουν παρά την κακοκαιρία μαζεύονται γύρω από τα δύο μοναδικά ανοιχτά μαγαζάκια που αναδίδουν τη ζεστή, λυτρωτική μυρωδιά του καφέ και της φρεσκοψημένης, ή έστω ξαναζεσταμένης, ζύμης. Ο δρόμος από το σπίτι ώς εδώ ήταν ντυμένος μ’ ένα λευκό, παγωμένο στρώμα από πατηκωμένο χιόνι που έκανε τις ρόδες του ταξί να κυλάνε απελπιστικά αργά και ν’ αγωνίζονται να διατηρήσουν την πολυπόθητη τριβή που, παρά τις αντίξοες συνθήκες, εξακολουθούσε να μας πηγαίνει μπροστά. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μιας ώρας που μας πήρε να βγούμε από το άδειο Μανχάταν δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι γιατί αυτή η τόσο προηγμένη τεχνολογικά χώρα επιμένει να σνομπάρει την εφεύρεση...